Alfred Tennyson - Richard Strauß, «Ἐνὼχ Ἄρντεν»

Τὸ ἔργο ἐνόργανου θεάτρου (instrumental theatre) σὲ ποίηση Alfred Tennyson καὶ μὲ τὴ μουσικὴ τοῦ Richard Strauß, θὰ παρασταθῇ:

στὸ θέατρο Ἀγγέλων Βῆμα (Σατωβριάνδου 36, πλησίον Μετρὸ Ὁμόνοιας, τηλ. κρατήσεων 210 5242211), τὸ Σάββατο 29 Ἀπριλίου καὶ ὥρα 21.30· γενικὴ εἴσοδος 10 Εὐρὼ μὲ τὸ βιβλίο τῆς μτφ ποὺ θὰ δίδεται ὡς πρόγραμμα τῆς παράστασης (βλ. παρακάτω).

Καλλιτεχνικὴ ἐπιμέλεια:

Μουσικὸ σύνολο Παρουσίες

Μετάφραση-σκηνοθεσία:

Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος   

Πιάνο:

Ἑλένη Στογιάννη

Ἀφηγητής:

Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος

Σύμβουλος παραγωγῆς:

Ἄλκης Παναγιωτόπουλος

Φωτισμοί:

Ἀλέξανδρος Πολιτάκης

 Ἡ μτφ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις τῶν Διορθώσεων. Τὸ βιβλίο θὰ δίδεται ὡς πρόγραμμα μαζὶ μὲ τὸ εἰσιτήριο τῆς παράστασης (γενικὴ εἴσοδος 10 Εὐρώ) στὸ Ἀγγέλων βῆμα.

Ἡ πρεμιέρα ἔγινε στὸ Ἀετοπούλειο Πολιτιστικὸ Κέντρο Χαλανδρίου, τὸ Σάββατο 1 Ἀπριλίου καὶ ὥρα 20.00· οἱ παραστάσεις συνεχίστηκαν στὸ θέατρο Ἀγγέλων βῆμα τὴν 8η Απριλίου καὶ ὥρα 21.30. 

ενώχ-άρντεν-αγγέλων-βήμα-διέλευση

***

 

Στὴν Ἀγγλία τοῦ 18ου αἰώνα, τρία παιδιὰ ἀπὸ τρία σπίτια: ὁ Ἐνὼχ Ἄρντεν, ὁ Φίλιππος Ρέυ κ’ ἡ Ἄννα Λῆ μεγάλωσαν παίζοντας μαζί.

Ὅμως, σὰν ἡ αὐγὴ τῶν παιδικῶν τῶν χρόνων ἔφυγε

καὶ τὴ νέα θερμότητα τοῦ ἀνερχόμενου ἥλιου τῆς ζωῆς

ἔνοιωσε ὁ καθένας, καὶ οἱ δ υ ό τους ἐρωτευτήκανε

τὸ ἴ δ ι ο αὐτὸ κορίτσι. Πρῶτος μίλησε ὁ Ἐνώχ,

ὅμως ὁ Φίλιππος τὴν ἀγαποῦσε σιωπηλά· καὶ τὸ κορίτσι

φαινότανε νὰ συμπαθῇ περσότερο τὸ Φίλιππο,

μὰ τὸν Ἐνώχ ἀγάπαγε… χωρίς νὰ τὸ γνωρίζῃ… []

 

Ἔτσι παντρεύτηκαν <ὃ Ἐνὼχ καὶ ἡ Ἄννα>·

χαρωπά χτυποῦσαν οἱ καμπάνες

καὶ χαρωπά κυλούσανε τὰ χρόνια, χρόνια ἑφτά –

ἑφτά χρόνια, ἄνετα, μὰ καὶ μ’ ὑγεία,..

ἀγάπης ἀμοιβαίας καὶ μὲ μόχθον ἔντιμο·

μὲ παιδιά: τὸ πρῶτο, κοριτσάκι… []

 

Σ’ ὅλα, ὅμως, τοῦ Ἀνθρώπου, ἔρχονται ἀλλαγὲς μεγάλες:

Πέρ’ ἀπὸ τὸ μικρὸ λιμάνι, δέκα μίλια στὸ Βορρᾶ,

ἄνοιξε ἕν’ ἄλλο μεγαλύτερο· ἐκεῖ συνήθιζε

ὁ Ἐνὼχ νὰ πηγαίνῃ ἀπὸ ξηρά, ἢ θάλασσα…

Μιὰ μέρα σὰν σκαρφάλωνε ἕνα κατάρτι

στὴ δουλειά, γιὰ κακή του τύχη, γλυστράει καὶ πέφτει!

Σὰν τονε σήκωσαν, τό ’να του πόδι ἤταν σπασμένο.

Κι ὅπως ἀνάρρωνε ἐκειπέρα, ἡ γυναῖκα του

ἔφερε στὴ ζωή, ἕνα γιὸ ἄρρωστο.

Χέρι ἄ λ λ ο τὴ δουλειά του τὴν ἅρπαξε

παίρνοντας ὁλωνῶν τους τὸ ψωμί. Καὶ πάνω του

ἔπεσε, παρόλο πούχε στέρεα πίστη στὸ Θεό [],

μία μέγαλη ἀμφιβολία -μι’ ἀπαισιοδοξία…

Τοῦ φαινόταν, σὰ μέσα σ’ ἐφιάλτη,

πὼς ἔβλεπε τὰ παιδιά του εἰς τὸ ἑξῆς

νὰ ζοῦν στὴ φτώχεια: μεροδούλι-μεροφάι·

καὶ τὴν ἀγαπημένη του, ζητιάνα. Τότε προσευχήθηκε:

«᾿Εγὼ ὅ,τι καὶ νὰ πάθω, σῶσε τους ἀπ’ τὰ δεινά!»

Στὴν προσευχή του πάνω, ὁ καπετάνιος

ὅπου δούλευε ὁ Ἐνώχ, μαθαίνοντας τὴν ἀτυχία του,

ἦρθε (γιατ’ ἤξερε τὴν ἀξία του)

νὰ τοῦ πῇ πὼς σαλπάρει τὸ δικό του πλοῖο γιὰ Κίνα

κ’ ἤθελε λοστρόμο. []

Δέχτηκε τὴν πρότασή του []

εὐχαριστημένος ποὺ ἡ προσευχή του εἰσακούσθηκε… []

Ὁ Ἐνὼχ σκέφτηκε πώς, ὅσο ἐκεῖνος θὰ λείπῃ στὰ ξένα, ἡ γυναῖκα του θὰ ἐμπορευόταν ἀπ’ τὸ σπίτι ὅ,τι χρειάζονταν οἱ ναῦτες κ’ οἱ γυναῖκες τους. Ἔκανε τὶς προετοιμασίες κ’ ἔφυγε…

<Ἡ Ἄννα> τὴν ἀπουσία του σὰ θάνατο πενθοῦσε

καὶ προσπαθοῦσε μὲ τὴ δουλειά της νὰ ξεχάσῃ…

Μὰ δὲν πήγαινε καλά στὸ ἐμπόριο· ἄμαθη

στὰ παζάρια κι ἀνέτοιμη νὰ δείξῃ

πανουργία καὶ ψέματα νὰ λέῃ,

οὔτε νὰ ζητάῃ περσότερα, γιὰ νὰ παίρνῃ λιγώτερα,

σκεφτόταν: «Πῶς θὰ μιλοῦσε ὁ Ἐνώχ;..»

Πολλές φορές, σὲ δύσκολες ἡμέρες,

μὲ πίεση γεμᾶτες, πουλοῦσε τὴν πραμμάτεια της

ἀκόμα καὶ κάτω ἀπὸ τὸ κόστος…

῎Ενοιωθε στενοχώρια μὲ τὴν ἀποτυχία της.

Περίμενε γιὰ κάποιο νέο ποὺ δέν ἐρχόταν…

Περνοῦσε μὲ τὰ ἐλάχιστα

μιὰ ζωὴ πικρή, μελαγχολική.

 

Τὸ στερνοπούλι γινόταν ὅλο καὶ χειρότερα –

ὅλο καὶ πιό ἀρρωστο παρὰ τὴ μητρικὴ φροντίδα·

εἴτε γιατ’ ἦταν ἀπασχολημένη στὴ δουλειά,

εἴτε γιατὶ δὲν εἶχε τ’ ἀναγκαῖα γιατρό

νὰ φέρῃ… Ὅ,τι καὶ νάταν,..

ἀφοῦ ’ζησε γιὰ λίγο, δίχως νὰ τὸ καταλάβῃ,

σὰν πουλάκι ἀπ’ τὸ κλουβί του, φτερούγισε

καὶ πέταξε ἡ ἀθώα, μικρὴ ψυχή του…

 

Τὴν ἴδιαν ἑβδομάδα ποὺ τόθαψε ἡ Ἄννα,

ὁ Φίλιππος, ποὺ πάντα ἐπιθυμοῦσε τὸ καλό της

(ἀπ’ ὅταν ἔφυγε ὁ Ἐνὼχ ποτέ του δὲν τὴν εἶχε δεῖ),

βασανιζόταν πούμεινε γιὰ καιρὸ μακριά της…

«Πρέπει», εἶπε ὁ Φίλιππος, «Θὰ πρέπει τώρα νὰ τὴ δῶ…

῎Ισως κάπως νὰ τῆς δώσω δύναμη…»

Κι ὁ Φίλιππος βοήθησε τὰ παιδιὰ νὰ πᾶν σχολεῖο – νὰ μορφωθοῦν· καί, μὲ τὰ πολλά, κατάφερε τὴν Ἄννα νὰ τὸν παντρευτῇ, ἀφοῦ πέρασαν δέκα χρόνια ἀπουσίας τοῦ Ἐνώχ:..

Ὅμως, ὁ γυρισμὸς <τοῦ Ἐνὼχ> στάθηκε ἄτυχος: Γι’ ἀρχή,

πρῖμα φύσαγε τ’ ἀγέρι, καὶ κυλοῦσανε οἱ ἡμέρες·

ἀκούνητο τραβοῦσε τὸ καράβι κ’ ἡ μορφὴ στὴν πλώρη

ἀργόσχιζε τὰ κυματάκια τοῦ ὠκεανοῦ.

῎Επειτ’ ἀκολούθησαν νηνεμίες, ἀλλαγὲς στὸν ἄνεμο,

ἀνακατωμένοι ἀγέρηδες -πολλοί ἀπὸ δαύτους… Τέλος

ξεσπάει μιὰ τρικυμία καὶ μι’ ἀφέγγαρη νυχτιὰ

παρασέρνει τὸ πλοῖο καὶ τὸ πετάει στοὺς ὕφαλους!

Μόνο ὁ Ἐνὼχ μὲ δυό ἄλλους σώθηκε. Μισή νύχτα

πάλευαν βουτηγμένοι ἀπὸ σπασμένα ξάρτια·

τὴ μέρα, μὲ τῆς θάλασσας τὸ ρεῦμα, βρέθηκαν σ’ ἕνα νησὶ

πλούσιο, μὰ ἔρημο στὴν ἔρημη τὴ θάλασσα… []

 

Κι ὁ ἕνας, ὁ νέος, ἔφηβος μὲ τὸ ζόρι,

τὴ νύχτα στὸ ναυάγιο χτυπημένος,

κατάκοιτος ἐζοῦσε πέντε χρόνια·

νὰ τὸν ἀφήσουν δέν μποροῦσαν. Τέλος πέθανε

κ’ οἱ ἄλλοι δυό τους ψάξαν γιὰ κάνα κορμὸ ἀπὸ δέντρο·

ὁ σύντροφος τοῦ Ἐνώχ, ἀπρόσεκτος,

καθὼς κουφαίναν στὴ φωτιὰ μὲ τρόπο ἰνδιάνικο τὸν κορμό, χ τ υ π ή θ η κ ε

καὶ πέθανε ἀπ’ τὸν ἥλιον. Κι ὁ ἄλλος μ ό ν ο ς μένει.

Στοὺς θανάτους διάβασε τὸ θεῖο μήνυμα: Νὰ περιμένῃ

 

Τὸ δεντρόφυτο ὥς τὴν κορυφὴ βουνὸ καὶ τὰ φυλλώματα,

τὰ δρομάκια ποὺ ἀνεβαῖναν στὸν οὐρανό,

τὰ κλαδιά-λοφία πάνω στὰ δέντρα,

τὶς λάμψεις τῶν πουλιῶν καὶ τῶν ἐντόμων,

τὰ φίδια ποὺ γυαλίζαν τυλιγμένα

στοὺς κορμούς, καὶ τρέχανε σαΐτες

ἀπ’ τό ’να ἄκρο στ’ ἄλλο, μὰ καὶ τὸ φῶς

– τὴ δόξα! – τοῦ τοπίου π’ ἁπλωνόταν..-

ὅλα τάδε· μὰ ὅ,τι λαχταροῦσε

καὶ δ έ ν εἰδε, ἦταν μορφὴ ἀ ν θ ρ ώ π ο υ·

μήτε κι ἄκουσε ἀνθρώπινη λαλιά· ἀλλ’ ἄκουγε

τὸ μυριόστομο τὸ κρώξιμο ἀπ’ τὰ θαλασσοπούλια,

τ’ ἀστραπόβροντο, λεύγες μακριὰ στοὺς ὕφαλους,

τὸν ψίθυρο τῶν δέντρων σὰν κινιόντουσαν

δαρμένα ἀπ’ τοὺς ἀνέμους, καὶ τὸν κρότο

ἀπὸ χείμαρο πούφτειαχνε τὸ κῦμα,

σὰν κυλοῦσε ὁρμητικά στὴ θάλασσα. Ὁλημερίς

καθότανε συχνὰ κοιτῶντας μές στὸν πόντο,

ὡς ναυαγός, μὴ κ’ ἐμφανιστῇ κάνα παννάκι·

μὰ δ έ φαινόταν… Καὶ κάθε μέρα

ἀντίκρυζε τὸν ἥλιο μὲ τὶς κόκκινες ν’ ἁπλώνῃ ἀχτῖδες του

ἀνάμεσα σὲ φοινικιές, σὲ φτέρες καὶ γκρεμούς,..

νὰ χύνῃ φλόγες στ’ ἀνατολικά νερά,

νὰ χύνῃ φλόγες πάνω στὸ νησί,..

νὰ χύνῃ φλόγες στὰ δυτικά νερά·

ἔπειτα τ’ ἄστρα τὰ μεγάλα στ’ οὐρανοῦ τὴ σφαῖρα,

τὸν βρυχούμενο ὡκεανό, καὶ πάλι

τὶς κόκκινες ἀχτῖδες στὸ ἡλιοβασίλεμα..- μὰ π ο υ θ ε ν ά παννάκι!.. [][

 

Κι ὁ μοναχικός χαμός του

ξάφνου… ἔφτασε στὸ τέλος!: Ἕνα πλοῖο

(ψάχνοντας γιὰ νερό) ἀπὸ τὸν ἄνεμο χαμένο, []

ξέφυγε κ’ ἦρθε στὸ νησί, χωρίς νὰ ξέρῃ ποῦ εἰναι.. []

 

᾿Ατέλειωτο φαινόταν τὸ ταξίδι μὲ καθυστερήσεις

ὡς ἦταν τὸ καράβι ἀργό· μὰ πάντα

ἡ φαντασία του ξεπερνοῦσε τὸν ἀργόσχολο ἄνεμο

κ’ ἔφτανε πρώτη στὸ ποθητὸ λιμάνι· κ’ ἕνα πρωινό,

μ’ ἀνατριχίλα σ’ ὅλο τὸ κορμί, νοιώθει

τ’ ἀγέρι μιὰ δροσερὴ εὐωδιὰ νὰ φέρνῃ,

πέρα, ἀπ’ τὴ νῆσο – ἀπ’ τὴν Ἀγγλία…

Τὸ ἴδιο τὸ πρωί, ἀξιωματικοὶ καὶ πλήρωμα

ἔκαναν ἔρανο ἀναμεταξύ τους

ἀπὸ λύπη γιὰ τὸν ἔρημο, καὶ τοῦ ’δωσαν λεφτά.

Πηγαίνοντας κατὰ μῆκος τῆς ξηρᾶς τὸν ἄφησαν

στὸ ἴδιο τὸ λιμάνι, πούχε αὐτὸς σαλπάρει…

Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Διορθώσεις
-