«Γιωργάκη...»

— Κύριε, κύριε!..

— Ναί, Γιωργάκη…

— Διάβασα ὅ,τι μοῦ δώσατε, ἀλλά… δέν κατάλαβα.

— Πῶς τὸ διάβασες;

— Ἀπ’ τὴν ἀρχή, ὥς τὸ τέλος!

— Τί δέν κατάλαβες;

— Νά: Ἐδῶ, ἐδῶ… κ’ ἐδῶ…

— Γιά διάβασέ το μου κ’ ἐμένα δυνατά. Νὰ δῶ: Μπορεῖ κ’  ἐ γ ὼ  νὰ μήν καταλάβω…

— Μπλαμπλαμπλαμπλαμπλαμπλά…

— Ὤπα!: Μελάνιασες, παιδί μου! Πάρε μιὰν ἀνάσα!.. Θὰ μοῦ μείνῃς…

— Μπλ… μπλαμπλαμπλαμ.. πλα…

— Γιωργάκη, ἀνάσα πέρνουμε στὰ  σ η μ ε ῖ α   σ τ ί ξ η ς  -ὄχι ὅπου νάναι.

— Τί ΄ναι τά «σημεῖα στίξης», κύριε;

— Τὰ σημάδια, γιὰ νὰ βάλουμε πάνω στὸ κείμενο τὴ μελῳδία καὶ τὸ ρυθμό του. Τὸ καλό κείμενο, γιὰ νὰ τὸ καταλάβουμε, πρέπει νὰ μάθουμε καὶ νὰ τὸ ἀκοῦμε. Τὰ σημεῖα στίξης εἶν' ὅ,τι οἱ νότες στὸ πεντάγραμμο. Δὲ μαθαίνεις πιάνο;

— Ναί, μὲ τὴ δασκάλα, τρεῖς φορὲς τὴ βδομάδα.

— Ἄρα γνωρίζεις τί σοῦ λέω. Ἄν, λοιπόν, ἐμπιστευόμαστε ὅποιον ἔγραψε τὸ κείμενο, ἀκολουθοῦμε τὰ σημεῖα στίξης ποὺ σημείωσε στὸ λόγο του.

— Αὐτόν;.. Θὰ τὸν ἐμπιστευτοῦμε;

— Ναί, ἀλλιῶς δέ θὰ σοῦ τόδινα ἐξ ἀρχῆς.

— «Ἐξ ἀρχῆς»;

— Ἀπ’ τὴν ἀρχή, Γιωργάκη. Ὅμως, μάθε καὶ τό «ἐξ ἀρχῆς», γιατὶ λέμε καὶ τό 'να καὶ τ’ ἄλλο… Ἂν σοῦ 'δινα κείμενο ποὺ δέν ἐμπιστευόμουν, θάπρεπε νὰ κατέβω ἀπ’ τὴν ἕδρα, νὰ πάω στὸ θρανίο σου καὶ ν’ ἀνεβῇς ἐσύ στὴ θέση μου. Ἴσως, νὰ μάθαινα τότε κάτι ἀπ’ τὴν ἁγνότητά σου. Μά, γιὰ νὰ ἐμπιστευτοῦμε, πρέπει νὰ ψάξουμε, νὰ μάθουμε, νὰ διαβάσουμε πολλά καὶ νὰ κρατήσουμε ὀλίγιστα…

— «Ὀλίγιστα»;

— Τὰ λιγώτερα ποὺ μποροῦμε.

— Ἆ, πῆτε το ἔτσι…

— Ναί, ἀλλὰ πρὶν εἶπα μιά λέξη, κ’ ἔπειτα τρεῖς. Ἐσύ δὲν παραπονιόσουνα προχθές… πὼς δέν ἀντέχεις ἄλλο… Ὅτ' ἡ μητέρα σου σ’ εἶχε πιάσει σὲ μιὰ γωνιὰ καὶ σοῦ ΄λεγε,.. καὶ σοῦ ΄λεγε…

— Ναί… Δίκιο ἔχετε.

— Γιά ξαναδιάβασε τώρα καὶ σταμάτα στὰ σημεῖα στίξης…

— Μπλά,.. μπλαμπλά!.. Μπλά. Μπλα, μπλά. Μπλά· μπλάΚύριε, κύριε, κατάλαβα!

— Σοῦ ἐξήγησα τίποτα ἐγώ;

— Ὄχι!

— Ἄρα, ὅταν κάτι μᾶς φαίνεται δύσκολο, ξαναδιαβάζουμε δυνατά, σεβόμενοι τὰ σημεῖα στίξεως. Ἂν δέν ὑπάρχουν κιόλας, σημειώνουμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ ἐννοήσουμε…

— «Ἐννοήσουμε»;

— Νὰ μποῦμε στὸ νόημα!

— Ἆ…

— Τώρα, βέβαια, κατάλαβες  ἐ σ ύ,  ἀλλά, ἅμα δέ γνώριζα τὸ κείμενο, δέ θὰ καταλάβαινα  ἐ γ ώ.

— Καὶ πῶς θὰ σᾶς κάνω κ’ ἐσᾶς νὰ  ἐ ν ν ο ή σ ε τ ε;

— Μαθαίνοντας τὴ μελῳδία ποὺ ἐπιβάλλει κάθε σημεῖο στίξης. Ἂς ποῦμε, στὸ κόμμα, μ’ ὅποια νότα βγαίνουμε ἀπ’ τὴν τελευταία συλλαβή, μὲ τὴν ἴδια μπαίνουμε στὴ νότα τῆς ἑπόμενης ἀνάσας: Ὑπάρχει μιὰ ἑνότητα… Ἤ, ἂν ἀλλάξουμε νότα, ἔχουμε κάτι πολύ συγκεκριμένο στὸ μυαλό μας. Κι ἀπ’ τὴ λέξη τῆς πρότασης, ποὺ τονίζουμε γιὰ λόγους νοήματος, ὥς τὸ κόμμα, κρατᾶμε ἴδια σχεδὸν νότα… Στὴν τελεία προοδευτικὰ κατεβαίνουμε σὲ τόνο.

— Ὁπότε, γιὰ νὰ μιλάω σωστά, πρέπει νὰ ξέρω μουσική;

— Τὴ μουσικὴ τῆς γλώσσας: τὴν προσῳδία της, ὅπως λέγεται.

— Ἐνδιαφέρον! Καὶ πότε θάχω γίνει ξεφτέρι; Πότε θὰ τραγουδάω διαβάζοντας;

— Ὡραῖο αὐτὸ πούπες! Ἔ, κι ὅταν θάχῃς κάνει παιδιὰ κ’ ἐγγόνια, ξανά θὰ διδάσκεσαι, παιδί μου… Ξανά θὰ διδάσκεσαι… Θ’ ἀκοῦς, θὰ διαβάζῃς κι ἀκόμα θὰ ἐκπλήσσεσαι. Σοῦ εὔχομαι νάχῃς τὴ  ν ι ό τ η  νὰ ἐκπλήσσεσαι!

Στὶς κατηγορίες: Πεζά
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-8 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-