Προχωράω...

Προχωράω κάθε μέρα, κάθε ὥρα καὶ στιγμή. Πεζοπορῶ καὶ βλέπω… Βλέπω πῶς ἀποδίπλα περνοῦν μὲ ταχύτητα σὲ ράγες οἱ ἁμαξοστοιχίες. Μέσα εἶναι φορτωμένες μὲ πράγματα κι ἀνθρώπους τοῦ συρμοῦ. Κάπου-κάπου σταματᾶνε κι ἀνεβαίνουνε πάνω τους καινούργιοι ἐπιβάτες ὅλων τῶν ἡλικιῶν: βρέφη (τὰ βρέφη, τ' ἄμοιρα, ὁρίζονται ἀπ' τοὺς γονεῖς τους), παιδιά, νέοι (ναί, ἀλίμονο, παιδιὰ καὶ νέοι π' ἀκόμα ἔχουνε πόδια γερά), μεσήλικες (ἡ πλέον εὐεπίφορη ἡλικία γιὰ ἐπιβίβαση), γέροι (γηραιότατοι ποὺ μιά ζωὴ πεζοποροῦσαν, ἀλλά, σὰ δέν ξέραν γιατί πεζοποροῦσαν, εἶπαν κ' ἐκεῖνοι ν' ἀνεβοῦνε καὶ νὰ γίνουν τοῦ συρμοῦ). Ξαναξεκινᾶνε. Ἐπιταχύνουν. Ἀκούω ἀπὸ μακρία θόρυβο ἐκκωφαντικό. Προχωράω. Φτάνω στὸ σημεῖο. Τὰ βαγόνια σμπαράλια -ἀπ’ τὴν κεκτημένη ταχύτητα γίνανε χίλια κομμάτια. Συνεχίζω ἐγὼ τὴν πορεία μου. Τὰ πόδια μου κουράζονται, μὰ δύσκολα μὲ προδίδουν· τὸ πολύ-πολὺ νὰ στραμπουλίξω κανένα τους σὲ λακοῦβα, νὰ τὸ σπάσω, νὰ πέσω ἀπὸ ἑνάμιση μέτρο ὕψος (οἱ χαράδρες εἶναι μακριά, κοντὰ στὶς ράγες)· μὰ νὰ γίνω χίλια κομμάτια..- ἔ,.. δέ θὰ γίνω… Κι οὔτε φοβᾶμαι γρήγορο ὄχημα νὰ ἐμφανιστῇ στὴ γωνία, νὰ μὲ χτυπήσῃ, νὰ μ’ ἀφήσῃ στὸν τόπο. Ὄχι! Τὸ μονοπάτι εἶν' αὐστηρὰ γιὰ πεζοπόρους· δὲ χωράει καλά-καλὰ μήτε κάποιος διπλανός -θὰ χωρέσῃ γαϊδούρια, μουλάρια, ἄλογα, ἅμαξα, ἁμάξι ἢ δίκυκλο;.. Πέρ’ ἀπ’ αὐτὸ ὁδεύουν τὰ μηχανοκίνητα -τ’ αὐτόματα τῆς κίνησης -ἐκεῖνα ποὺ φαίνονται πὼς προχωρᾶνε γοργότερ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἀλλὰ στ’ ἀλήθεια μονάχα τρέχουν ἀλλοπαρμένα στὸ χαμό τους. Ἐγὼ προχωράω πεζὸς κι ὁ συρμὸς κι ὅσοι πάνω του — ὅσοι τοῦ  σ υ ρ μ ο ῦ  — μὲ χαιρετᾶνε ἀπ’ τὸ παράθυρο. Τοὺς φωνάζω: «Κατεβῆτε ποὺ εἶν' ἀκόμα καιρός! Κατεβῆτε στὴν ἑπόμενη στάση… Ὅ,τι κι ἂν σᾶς ποῦν, εὔκολα κατεβαίνεις ἀπ' τὸ συρμό, ὅπως εὔκολα ἀνέβηκες. Κατεβῆτε!» Δέν ἀκοῦν. Μοῦ χαμογελοῦν -μὲ χαιρετᾶνε καὶ συνεχίζουν τὴν τρεχάλα! Τί κι ἂν ἀκόμα μπορῶ νὰ κάνω βίδες καὶ νὰ ξαναστήσω χίλιες φορὲς τὸ συρμὸ ποὺ τοὺς κουβαλάει καὶ τὴ μηχανὴ ποὺ τοὺς τραβάει;.. Μές ἀπ' τὸ παράθυρο περιγελοῦν τὴ μοῖρα μου: νὰ ζῶ, δηλαδή, καὶ νὰ προχωράω, ὅταν τὰ σώματά τους διαλυμένα θἄχουνε γίνει ἕνα μὲ τὸ μέταλλο τοῦ ἄθλιου συρμοῦ. Στοχάζομαι αὐτὰ τά «ὡραῖα», τὰ τραγικώτατα, καί… προχωράω…   

χόππερ-αμαξοστοιχία-διέλευση.

[Ἔντουαρντ Χόππερ. Ἁμαξοστοιχία. 1908.]

 

Στὶς κατηγορίες: Πεζά
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-9 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-