Ὁ βασιλιὰς τοῦ βουνοῦ

Ὁ θρόνος βρίσκεται ψηλά, στὴν κορυφὴ τοῦ ὄρους,
κι ἀστράφτει ὁλοστόλιστος ὁ πάγος του στὸν ἥλιο.
Μορφὲς σκαλίστηκαν ἐκεῖ καὶ λυπημένες ἴδια
μὲ τὴ δική μου τὴ θωριὰ ποὺ μ’ ἄργητα γερνάει
κι ἀπὸ μακριὰ τ’ ἀνθρώπινα μὲ σύνεση τηράει.
Ὅπως ὁ κρύος ἄνεμος τὰ λόγια τους μοῦ φέρνει,
βάζω τὸ χέρι στὴν καρδιὰ νὰ ζεσταθῇ λιγάκι
μὲ φλόγα κείνη πιό θερμὴ ἀπ’ ὅσα κι ἂν ἀκούω·
καὶ τότε τοῦ βασίλειου ἡ μοναξιὰ κ’ ἡ ψύχρα,
τοῦ ἑνός ἡ ἐπικράτεια κ’ ἡ ἀπόλυτή μου εὐθύνη
γίνονται κάπως ἀνεκτές: Ἂν εἶχα μείνει κάτω,
θἆχα παγώσει ὁ δύσμοιρος σὲ πύρινο πεδίο,
ὅπου τὸ ψεύδος μάχεται μὲ τὴν ἀναισθησία
ἀλάργα-ἀλάργα παίρνοντας τὴ φλόγα τῶν ψυχῶν τους.

Στὶς κατηγορίες: Δεκαπεντασύλλαβοι Ποιήματα
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-