Κωμὸς οἰκοδομικῶν ὑλικῶν

Γελᾶνε τὰ μπετότουβλα, γελᾶνε τὰ πλακάκια,
γελάει καὶ τὸ σκυρόδεμα μές στὶς φαρδειές κολῶνες.
Ἡ γῆς τραντάζεται εὐθύς, καὶ τρέμουν πεζοδρόμια,
καὶ χάχανα ὅλο ἀκούγονται σὲ μάρμαρα-μετῶπες.
Ἡ πόλη ξεσηκώθηκε καὶ οἱ σωλῆνες σπᾶσαν,
οἱ ρουμπινέδες βούλωσαν ἀπ’ τὸ πολύ τὸ κλάμα
ποὺ ρίχνουνε τὰ κτήρια ὅπως χασκογελᾶνε.
Ὁ γέλωτας ἐσκέπασε κάθε στενὸ καὶ δρόμο
κι ὁ ἀντίλαλος ἐρράγισε τὴ στέγη τοῦ γηπέδου.
Τὰ καλντερίμια μπούκωσαν ἀπ’ τοὺς πολλοὺς σοβάδες
ποὺ πέφτουν στὸ πλακόστρωτο, καθὼς κρυφογελᾶνε.
Σὰν κῦμα κάθε πάτωμα ἀναρριγάει καὶ λέει:
«Διαβάτη σὺ ποὺ μὲ πατᾶς, τὸ φόβο μου νὰ ἔχῃς,
γιατὶ μὲ τόσα ποὺ ἀκῶ, θὰ γκρεμιστῶ τὸ δόλιο
καὶ θὰ χαθῇς κ’ ἐσύ μαζὶ καὶ θἆσαι θῦμα γέλιου!»

Στὶς κατηγορίες: Ποιήματα
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-