Περὶ μετρικῆς καὶ στιχοπλοκίας

Ὥς τὰ 26 μου ποὺ δέν εἶχα ἀσχοληθῆ ἐπαγγελματικὰ μὲ τὸ Θέατρο, ὅ,τ’ εἶχα ἀκούσει καὶ μάθει γιὰ τὰ μετρικὰ φαινόμενα, δηλαδὴ τὴ συστηματικὴ μελέτη τοῦ ρυθμοῦ μές σ’ ἕνα στίχο, ἦταν μηδαμινό. Στὸ σχολεῖο, μὲ τὸ ζόρι, ἀναφέρεται ὁ ἰαμβικὸς δεκαπεντασύλλαβος, δηλαδὴ ὁ πολιτικὸς στίχος τῶν Δημοτικῶν μας Τραγουδιῶν, μὰ ποτέ δὲν δίδεται ἕνας σωστὸς καὶ συμπεριληπτικὸς ὁρισμός. Ἀποτέλεσμα: στὸ μυαλὸ τοῦ σύγχρονου Ἕλληνα, κάθε στίχος ποὺ δέν τονίζεται σ’ ὅλες τὶς ζυγὲς συλλαβὲς καὶ δέν ἔχει ξόφθαλμα δεκαπέντε γραμματικὲς συλλαβές, περνάει σχεδὸν σὰ νἆναι πεζὸς λόγος ἤ, στὴν καλύτερη περίπτωση, ἐλεύθερος στίχος…

Γιὰ ν’ ἀναγνώσῃ κάποιος σωστὰ δρᾶμα γραμμένο σὲ στίχο (πόσο μᾶλλον νὰ ὑποκριθῇ ὡς ἠθοποιὸς πρόσωπο ποὺ μιλάει στίχο), πρέπει νὰ ξέρῃ πρῶτα νὰ τόνε μετρήσῃ καὶ ν’ ἀκούσῃ τὸ ρυθμό του. Βεβαίως, γιὰ τοὺς περισσότερους ποὺ ἀσχολοῦνται μὲ τὸ Θέατρο, ὁ στίχος δὲν εἶναι παρὰ καμπόσες λέξεις ποὺ τυπωθῆκαν σὲ μιὰν ἀράδα λόγῳ κάποιας «ἰδιοτροπίας» τοῦ ποιητῆ-δραματουργοῦ ἢ τοῦ λυρικοῦ, ἂν πρέπει ὁ ἠθοποιὸς ν’ ἀπαγγείλῃ. Θυμᾶμαι δάσκαλο σὲ δραματικὴ σχολὴ ποὺ δέν καταλάβαινε πὼς ἡ πιό μέσα τυπωμένη ἀράδα εἶναι στίχος ποὺ διπλώνει, γιατὶ δέ φτάνει τὸ πλάτος τοῦ χαρτιοῦ νὰ τυπωθῇ σὲ μιά μόνο γραμμή. Ὁ δάσκαλός μου στὴν Ὑποκριτικὴ Γιάννης Ζημιανίτης, εὐτυχῶς, γνώριζε καί, ὅταν τὸν ρώτησα ποιό βιβλίο νὰ συμβουλευτῶ γιὰ νὰ μάθω ὅ,τι μοῦ ‘λεγε ἐπ’ ἀφορμῇ ἑνὸς στίχου λ.χ. σὲ μιὰ μετάφραση ἀρχαίου δράματος, μὲ παρέπεμψε στὴ Νεοελληνικὴ Μετρικὴ τοῦ Θρασύβουλου Σταύρου. Κατατοπιστικώτατο σύγγραμμα μὲ πολλά παραδείγματα ἀπ’ τὴ Νεοελληνικὴ Δημοτικὴ καὶ Λογία Παράδοση, κι ὡραία διάρθρωση!: Ἐξηγεῖ σωστὰ ἔννοιες ὅπως τῆς μετρικῆς συνίζησης, τοῦ χασοτονίσματος, πῶς ἕνας ἴαμβος μπορεῖ νὰ φαίνεται στὴν ἀρχὴ τροχαῖος, πῶς ἕνας τροχαῖος ἴαμβος, τὴ μετρικὴ τομή, ταξινομεῖ στὸ τέλος τοὺς διάφορους τρόπους στὶς ὁμοιοκαταληξίες (ἕνα στοιχεῖο παρείσακτο κ’ «ἐπικίνδυνο» στὴ Νεοελληνικὴ Ποίηση, ὅπως ὀρθότατα σημειώνει ὁ Κοραῆς).

Ἔπιασα καὶ μελετοῦσα κ’ ὕστερα προσάρμοζα τὴ δικιά μου ἐκφορὰ τοῦ λόγου πάνω στὸ αἰτούμενο τοῦ κάθε στίχου. Σιγά-σιγά… Ἔχουνε περάσει 12 χρόνια ἀπὸ τότε κι ἀκόμα ἀσκοῦμαι κι ἀκόμα μαθαίνω κ’ ἔχω τὴ βεβαιότητα πὼς ποτέ δὲ θὰ σταματήσω, γιατ’ εἶναι τέχνη μεγάλη καὶ σημαντικὴ ἡ σωστή ἀνάγνωση τοῦ στίχου. Μὰ νόμιζα πὼς μονάχα οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεάτρου ἔχουν «μαῦρα μεσάνυχτα» σὲ τοῦτα (πρᾶγμα ποὺ ἐπιβεβαιωνόταν συνεχῶς στὴν ὅποια σχετικὴ προσωπικὴ συζήτηση ἢ συνέντευξη ποὺ διάβαζα κι ἄκουγα -ἀναφέρομαι σὲ «μεγάλα» καὶ «τρανταχτὰ» ὀνόματα -φοβερά καὶ τρομερά!). Διαψεύστηκα. Σὰν ἄρχισα ν’ ἀσχολοῦμαι μὲ τὶς μεταφράσεις στὰ 30 μου καὶ νὰ γνωρίζω συγγραφεῖς καὶ ποιητὲς κιόλας μὲ δεκαετίες πίσω ἐκδοτικῆς δραστηριότητας σὲ συλλογές, ἐννόησα πὼς κ’ ἐκεῖνοι «δὲν ἤξεραν τὴν τύφλα τους»! Ἂν καταλάβαιναν κάτι, τὄπιαναν ἐντελῶς ἐρασιτεχνικὰ καὶ μὲ τ’ ἀφτί ποὺ λέμε. Αὐτὸ μπορεῖ νὰ βοηθήσῃ, ἴσως, ἕνα ποιητή, ἀλλὰ ἕνα μεταφραστὴ δὲν τόνε πάει πουθενά. Μάλιστα, ὁ ποιητὴς ποὺ προχωράει ἔτσι, τὶς περισσότερες φορὲς κατορθώνει μιὰ σχετικὴ ἄνεση σ’ ἕνα ρυθμὸ καὶ δέν μπορεῖ ν’ ἀλλάξῃ τρόπο, ὅταν τὸ νόημα ἀπαιτήσῃ ἄλλα.

Ἔχω δεῖ ἀνθολογίες ποίησης ποὔχουν ἀφήσει ἐποχή, νὰ μήν κατανοοῦν τὸ ἀνακράτημα τοῦ πολιτικοῦ στίχου στὴν ἀρχὴ καὶ νὰ ὀξυτονίζουν ἐμφαντικὰ τὸν τροχαϊκὸ πόδα· δηλαδή, ἂν ρίξῃ κάποιος ἐκεῖ τὸ βάρος στὴν ἀνάγνωση, καταστρέφεται ἡ ἠχητικὴ τοῦ στίχου, γιατὶ τὰ σημαντικὰ βρίσκονται κατόπιν, ἴσως καὶ μετὰ τὴν τομή! Ἐπιμελητὴς ποὺ εἶναι παντελῶς ἄσχετος στὸ μέτρο, ἔπιασε τὸ μετρημένο στίχο μετάφρασής μου, βεβαιώνοντάς με πὼς θὰ τόνε διορθώσῃ καὶ θὰ τοῦ «δώσῃ φτερά»! (Εὐτυχῶς μαζεύτηκε καὶ δέν ἐκτέθηκε σ’ αὐτό…) Ἔχω διαβάσει ὁμότιμο καθηγητὴ κλασικῆς φιλολογίας νὰ μήν ξέρῃ νὰ μετρήσῃ σωστὰ τὸν σολωμικὸν Ὕμνον εἰς τὴν Ἐλευθερίαν! Πράγματα, δηλαδή, νὰ σοῦ πέφτουν τὰ μαλλιὰ τῆς κεφαλῆς.

Πιά, στὰ 37, γράφω ὁ ἴδιος στίχο. Καὶ πέρ’ ἀπ’ τὴν ὅποια του ποιότητα, στοχάζομαι τί θὰ ἐξέφραζα, ἂν δέν εἶχα διανύσει ὅλη τούτη τὴν πορεία· ἂν δέν εἶχα καταγίνει μὲ τὴν «προπαιδεία κι ὀρθογραφία» τοῦ στίχου: τὴ μετρική του. Μάλιστα, πολλές φορές, ἡ ἀρχικὴ σύλληψη στὸ ποίημα μεταλλάσσεται, καθὼς τήνε δουλεύω μές στὸ ρυθμικὸ σχῆμα· καὶ πάντα βαθαίνει κεῖνο, πάντα λαμβάνει μιὰ μεγαλύτερη εὐρυχωρία. Τότε κατανοῶ γιατί ὁ Παλαμᾶς ἀσχολήθηκε τόσο συστηματικὰ μὲ τὴ Μετρική, πῶς ὁ Καβάφης ἔκρυψε τόσο καλὰ τὸν ἀνομοικατάληκτο ἀνισοσύλλαβό του ἴαμβο (τὸ ἁπλούστερό μας μετρικὸ σχῆμα -ἕνας μελετητής του ἔκανε δυὸ χρόνια νὰ τὸ συλλάβῃ, καθὼς ἤθελε «νὰ πιάσῃ τὴν ἀτμόσφαιρα» -θὰ τόνε συμβούλευα ν’ ἀνοίξῃ κάνα ἐγχειρίδιο μετρικῆς)· τί ἀνάγκη ὡδήγησε τὸν Κάλβο νὰ ἐφεύρῃ τὴ δική του στροφικὴ ἑνότητα καὶ τὸ Σολωμὸ νὰ μελετήσῃ τόσο βαθειὰ τὸ ρυθμὸ τοῦ Δημοτικοῦ μας Τραγουδιοῦ.

Δὲν ἀναφέρθηκα καθόλου στὴν Ἀρχαία καὶ Μεσαιωνικὴ Παράδοση, ὅπου δίχως μετρικὴ μήτε νόημα δὲ βγάζεις σὲ πολλά σημεῖα. Οὔτε πιάνω τὸν ἄξιον ἐλεύθερο στίχο τῆς Νεώτερης παράδοσης (λ.χ. τοῦ Παπατσώνη ἢ τοῦ Σεφέρη) ποὖναι ὑπέρβαση τῆς Παραδοσιακῆς Μετρικῆς καί, κατὰ τοῦτο, μήτε ἀναγιγνώσκεται μήτε γράφεται, ἂν δέν κατέχῃ κάποιος τὰ πρότερα.

Στὶς κατηγορίες: Κριτική Φιλολογία
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-