Πολύβιος

         Ἔξω ἀστέρια καὶ μιὰ νύχτα ἐν ἀναμονῇ τῆς μέρας μὲ τὰ πουλάκια νὰ κελαηδοῦν στὰ κλαδάκια τους, τοὺς σκύλους νὰ κάθωνται ράθυμοι μετὰ ἀπὸ τόσο γάβγισμα στὸ σκοτάδι γιὰ ἕναν ἐχθρὸ καλοκρυμμένο. Κι ὅμως,.. κι ὅμως ἀναζητεῖται κεῖνος στὰ τεράστια ἀποτυπώματα. Σὰ νὰ πάτησε ἕνας γίγαντας φτειαγμένος ἀπὸ μυρίες ψυχές. Αὐτόματο περπάτησε γι’ ἄλλη μιὰ φορὰ ἡ Ἀνθρώπινη Ἱστορία κι ἄφησε χνάρι. Τὸ βλέπεις καὶ συνάμα τὸ ἀκοῦς: Ἕν-δυό, ἕν-δυό, ἕν-δυό, φωνάζουν στὴ γραμμὴ παραγωγῆς φορῶντας τὴ μάσκα τους ὁ καθένας. Ἕν-δυό, ἕν-δυό… Γιὰ νὰ γλυτώσουν τὴν ἐξέγερση, τοὺς ἔχουν ἀκόμα νὰ δουλεύουν ρυθμικά. Ἀλλιῶς… (Ἕν-δυό, ἕν-δυό…)

         Ἔχω ἔνα ὄνειρο! (Πῶς γεννᾶνε τὰ ὄνειρα τ’ ἀνάστροφά τους; Πῶς πλάθουν τὰ ὄνειρα τοὺς ἴδιους τους τοὺς ἐφιάλτες;) Παραληρεῖ τὸ πλῆθος -μεθάει, ὁραματίζεται τὴν ἡδονὴ μιᾶς ἄλλης ἐποχῆς, κ’ ἡ ἐξοχὴ τῆς πατρίδος μου — ἤρεμη, ἁπλῆ, τερπνή – δέν ἀντηχεῖ· μένει βωβὴ μές στὴν ἄχρονή της παρουσία. Πέρ’ ἀπ’ τὴν κοιλάδα ἀνεβαίνει ἀκόμα καπνὸς μιᾶς παληᾶς βιομηχανικῆς ἐπανάστασης -ξεπεράστηκε κι αὐτή, ἐξέπνευσε στὰ χέρια τῆς κόρης της. Γεννήθηκα πολίτης μιᾶς Μεγάλης Πόλεως, μὰ τῷ ὄντι πιὰ μικρότατης σ’ ἔκταση καὶ δύναμη: μετροῦν στὸ χῶρο τώρα, ἐγὼ μετράω στὸ χρόνο τότε, τώρα, στὸ μέλλον καὶ συνθλίβομαι ἐπὶ σημείου. Ἀκόμα κ’ ἐκεῖ — ἐπὶ ξυροῦ ἀκμῆς — ὑπάρχω καὶ χωράω τὸν χῶρο τους κι ἀκόμα παραπέρα. Ταξίδευσα πρὸς δυσμάς· δὲν ἄφησα ποτέ τὸν τόπο μου στ’ ἀλήθεια, ἀλλὰ ταξίδευσα. Ἔφθασα μακριά, σὲ πολιτεῖες ἑπτάλοφες, σὲ καπιτώλια, σὲ μνημεῖα δολοφονημένων πριγκίπων, σὰν ἐκεῖνο τὸ ἄγαλμα τοῦ προφήτη-μαχητὴ μὲ τὶς χίλιες του ἐντολὲς καὶ μὲ τὴ μιά του ἀνάσα. Ἐξέπνευσε κ’ ἐκεῖνος στήνοντας πολιτεία.

         Ταξίδεψα πρὸς ἀνατολάς. Γοητεία! Συνέλαβα τὸν ἑαυτό μου νὰ θέλγεται. Μυστήρια ἀπύθμενα στὶς ἀνθρωπομᾶζες. Κι ὅλα τους ὑποτεταγμένα, ἄμορφα, ἀσπόνδυλα κ’ ἕτοιμα γιὰ τὴ μετάβαση πέρ’ ἀπὸ τὸ ἐπέκεινα. Ἀλίμονο τόση σοφία μὲ τόση φτώχεια ἀντάμα. Ἀλίμονο,.. ἀλίμονο… Καὶ τὰ καράβια τῆς Δύσεως καὶ τὰ πετούμενά της προσαράσσονται, προσεδαφίζονται: σκορποῦσαν τὸ θάνατο καὶ πιὰ συμμάχησαν μὲ τὸν ἐκεῖ θάνατο. Καὶ τὰ πουλάκια κελαηδοῦν στὴν ὕπαιθρο τῆς πατρίδος καὶ τὰ τσακάλια κάνουν ἀνελλιπῶς τὴν ἐπίσκεψή τους· οὐρλιάζουν σὲ γλῶσσες ἀκατάληπτες, κι αὐτές ἀκόμα ἀθῷες.     

Στὶς κατηγορίες: Πεζά
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
-