Σαλαμίς

Ἔφτασα ὁ ἴδιος κήρυκας τὴ σύνεση ποθῶντας

κ’ ἐσεῖς ᾠδή ν’ ἀκούσετε μὲ τὴ μορφὴ τοῦ Λόγου.

Ἐγὼ καλύτερα ἀπὸ τόπο μακρινό νἀρχόμουν

καὶ ν’ ἄλλαζα πατρίδα καὶ νὰ τὴ λησμονοῦσα,

καθὼς τὰ τόσα ποὔχω νὰ σᾶς πῶ, δὲν ξέρω ἀλήθεια

ἂν θέλετε κι ἀντέχετε νὰ τἄχετε στὸ νοῦ σας.

Λοιπὸν ἂς φύγω στὴν κρυφή, τὴν ὄμορφη τὴ νῆσο·

τὸ χῶρο πιάνει ὁλάκερο καὶ τόπο δέ γνωρίζει.

Καὶ φεύγοντας, μὰ πάντα κιόλας δίπλα σας, νὰ λέω

σχολαστικὰ κ’ ἐπίμονα μὲ λόγους μετρημένους.

Ἀλλὰ χρειάζεται «ὑπερβολή», γιὰ νὰ βρεθῇ τὸ μέτρο:

Ὑπερβολή εἰν’ ἡ ἀνάγκη σας ἐμένα νὰ μή βλεπετε,

ἀλλὰ ν’ ἀκοῦτε ἀπόηχο τὰ λίγα ποὺ σᾶς φέρνω.

«Ὑπερβολή» λετε τὸ φόβο μου, ὅπως σᾶς ξαναβλέπω

τὸ αἷμα — τὸ αἷμα τὸ δικό σας! — νὰ παίρνετε γι’ ἀστεῖο,

τὸ ἀπύλωτο τὸ στόμα σας σοφό νὰ τὸ θωρῆτε,

ὅσα σᾶς κακομάθανε, νὰ τἄχετε «ἐπιστήμη».

Ζήσατε, πάθατε καὶ ξαναπάθατε -θυμᾶστε;

Ἂν κάπως σᾶς ἐρχότανε στὸ νοῦ, θενἄβλεπ’ ἄλλα.

Διακόσους χρόνους κάνετε τὰ λάθη τῶν προγόνων,

πρωτοξεκαθαρίζοντας πὼς εἶστε τῆς «Προόδου».

Ξεχνᾶτε τὸ φαῒ τὸ χτεσινό, καὶ τί προχτὲς σᾶς βρῆκε,

φωνάζοντας πὼς ἀγωνίζεστε μὴ καί «χαθῇ ἡ Ἱστορία».

Πύρινες ξεστομίζετε ἀπειλὲς στούς «ἄθλιους ἡγεμόνες»

κ’ ἐκεῖνοι κάνουν τὸ ἄσπρο μαῦρο σας καὶ τὴ ζωή σας χάος.

Παληά ὁμως συμβουλεύανε: ὁ λόγος ὑμῶν ναὶ  ν α ί,  οὒ  ο ὔ·

λιανά νὰ σᾶς τὸ κάνω, γράμματα ποὺ δέ σᾶς μάθαν

κ’ ἐσεῖς αὐτὸ τὸ πήρατε γιὰ ταιριαστή… «ἰσότη»:

Τὸ ναί σας μήτε ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς νὰ μήν τὸ κάνῃ ὄχι –

τ’ ὄχι μήτε ὁ κερατένιος Σατανᾶς νὰ μή σᾶς τὸ γυρίζῃ!

Μὰ πάντοτε Θεὸς καὶ Διάολος κάνουνε τὰ δικά τους

καὶ πάντοτε ὁ καθένας μας τὴ θέση του στηρίζῃ.

Ἂν κάποιος δύναται τὸ κρέας νὰ λέῃ ψάρι,

τὴ φάβα φασιανὸ καὶ τὸ ξερόχωμα χρυσάφι,

οὔτε τὸ ψάρι ξέρετε, μήτε τὸ κρέας τρῶτε.

Ὅταν ἀκοῦτε «σύσκεψη», ὅταν ἀκοῦτε «ὁμάδα»,

ἐκεῖ ποὺ θἄπρεπε  ἕ ν α ς  μας εὐθύνη νὰ σηκώνῃ,

νὰ τρέχετε, νὰ κρύβεστε -βρομάει τὸ σάπιο ψάρι.

Ὅταν «προστάτης» ἔρχεται τὸ σόι γιὰ νὰ σᾶς σῴσῃ,

ἐνῷ θεράπων θἄπρεπε δικό σας νὰ περνιέται,

νὰ ὀρθώνεστε, ν’ ἀρνῆστε: δούλους σᾶς θελει ὅλους.

Συναλύσιδες σᾶς βαστᾶν, συνεργασία τὸ λέτε·

ἡ μοναξιὰ σᾶς ἅλωσε, περφάνια σᾶς ἐμπνέει.

Ἐθελοντὲς λεγόσαστε στὴν ὑποχρέωσή σας,

δικαίωμα λογαριάζετε τὴ λησμονιὰ τοῦ ἄλλου.

Σκύβετε καὶ δοξάζετε τὴν κάθε ἀοριστία

καὶ τὸ ξεκάθαρο, τὸ βέβαιο, τὸ ἀποσιωπᾶτε.

Καὶ θὰ ρωτήσετε ἐσεῖς: «Ὑπάρχει ἀλήθεια βέβαιο;»

Καὶ θ’ ἀπαντήσω ἐγώ: «Ὑπάρχει ὅ,τι σκοτώνει.»

Καὶ θὰ ξαναρωτήσετε: «Μὰ τί σκοτώνει τότε;»

Καὶ θὰ ξαναπαντήσω: «Σταθῆτε στὸν καθρέφτη.»

Καὶ θὰ μοῦ ἐπισημάνετε: «Δὲν εἴμαστε αὐτοκτόνοι.»

Καὶ θὰ γελάσω ἐγὼ πικρά: «Ἀθέλητα σας, εἶστε.»

Ἔπειτα θὰ μοῦ πῆτε μόνοι σας: «Ἐμπρός -νὰ φεύγῃς!»

Θὰ σᾶς θυμίσω: «Μόλις ἔφευγα, πά’ στὸ φευγιό μιλάω.»

Θὰ μ’ ἐγκαλέσετε: «Ἀφοῦ λοιπὸν ἀποχωρεῖς, ἀγάπη

πῶς λές ὅτι γιὰ μᾶς πὼς νοιώθεις καὶ τὸ καλό μας θέλεις;»

«Πιστέψτε με, ἀλήθεια μιλάω κ’ εἰλικρινά σᾶς κρίνω:

Δὲ θέλω οἱ αὐτοκτόνοι νὰ γίνουνε καὶ δολοφόνοι.

Αὐτό,.. αὐτὸ τὸ κάκιστο νὰ μήν τὸ φορτωθῆτε.»

Κεφάλια χαμηλώνετε, ντροπή σᾶς κυβερνάει·

γιατί ντροπὴ μονάχα νοιώθετε σὰν ἄλλον ἀδικῆτε;..

Ὅμως, ἐσεῖς γιὰ σᾶς ντροπὴ νὰ νοιώθετε ποὺ πρῶτα

μόνοι τὸν ἑαυτό σας ρίξατε στὴ λάσπη νὰ γιορτάζῃ.

Νόμους ζητᾶτε καὶ θεσμούς! Καὶ νἄδινα καὶ χίλιους

τὸ πνεῦμα θὰ νοούσατε; Ἢ ἀμέσως μὴ μὲ βιάση

τὸ γράμμα τους θ’ αλλάζατε γιὰ τὴ μικρότητά σας;

Ζητᾶτε ἐντόνως συνοχὴ κοινωνική –σεισάχθεια.

Ὅταν ἔλθῃ ὅμως ἡ ὥρα κ’ ἡ στιγμὴ γιὰ βάρη,

καθεὶς τὸ βάρος σκέφτεται τῆς παχουλῆς κοιλιᾶς του

καὶ πιάνει θέση εὐάερη «στὸ φῶς τῆς Μεσογείου»·

καὶ σὰν ὁ διπλανὸς ἐρθῇ βοήθεια νὰ ζητήσῃ,

τὴν ὕπαρξή του νὰ στεριώσῃ, ξένη μόνο λέτε

τὴ δική του ἐργασία -φθονερά τὴ λιδωρεῖται.

Ὕστερα ἀρχίζετε τροπάρι βοερό γι’ «ἀλληλεγγύη».

Σχολειὰ τῆς γνώσης κλείσανε -τοῦ ψέματος ἀνοίξαν·

σὲ κάθε σπίτι μέσα, κάθε γειτονιὰ καὶ δρόμο.

«Ἠθικολογεῖς! Σταμάτα πιὰ τοῦ ἄμβωνος τὰ λόγια!»

Δὲν ἠθικολογῶ -τὸ ἐλάχιστο συμβίωσης σᾶς λέω·

πῆτε το ἠθική, κανόνα, συνταγή, ἀλλὰ προσέξτε

πὼς δέν ξεφεύγετε: Μοιραῖα θὰ ζήσετε παρέα

ἢ «ἀγκαλιασμένα» ἀλληλομισημένοι θὰ χαθῆτε.

Ἐσεῖς γιά «Ποίηση» λουλουδάκια θέτε -μελισσοῦλες,

ψηλά βουνὰ κι ἀγέρηδες καὶ πάθη γιὰ τὴ χάζη.

Μὰ οἱ μέλισσες μές στὸ ἀνθὸν ἐργάζονται-πεθαίνουν.

Καὶ χίλιους τόσους νόμους νἄφτειαχνα γιὰ κράτος,

πάντοτε κράτος πρῶτο θἆν’ ἡ Ἀνάγκη· γιατὶ νόμους,

κράτη, Κόσμο καὶ κυβερνάει κι ἀδήριτα ὁρίζει.

Φοβᾶστε τὴν Ἀποκάλυψη -φοβᾶστε πὼς ὁ πλανήτης

θενὰ καταστραφῇ κ’ ἐσεῖς μαζί του θὰ χαθῆτε·

πολλά φοβᾶστε -μή φοβᾶστε, καθὼς ἀθόρυβα πᾶτε

νὰ βρῆτε τὸ βέβαιο χαμό… κι ὁ κρότος ἔχει δόξα.

Μοιραῖα μᾶς φτάνει τὸ κακό -μοιραῖα μὰ κι ἀθόρυβα.

Σὰν ὁ καιρὸς προβάλῃ ράθυμα μὲ τὴ μαγκούρα,

δὲ θὰ τραβήξετε στὸ θάνατο «δεδοξασμένοι»·

σιωπηλότατα θὰ φθείρεστε, μαζί του θὰ γερνᾶτε –

σιωπηλότατα ὥστε ἄλλος τὸ κενό σας νὰ καλύψῃ.

Αὐτό, λοιπόν, ἀφήνω καταπίστευμα σὰ φεύγω

γιὰ κείνη τῶν «Μακάρων» τὴν ὄμορφη τὴ νῆσο·

τὸ χῶρο πιάνει ὁλάκερο καὶ τόπο δέ γνωρίζει.

Στὶς κατηγορίες: Ποιήματα
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-9 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-