Ἀνεύθυνον

Γυάλινα πρόσωπα κι ἄδεια τους μέσα χωρὶς νὰ διακρίνω
αἷμα στὶς φλέβες, ζωή, νεῦρα καὶ νοῦ γνωστικό.

Ἔρχονται-κάθονται κάτι νὰ κλέψουν, νὰ ὑπάρξουνε κάπως.
Κάνουν καὶ λένε πολλά κι ὅλο ζωή προσδοκοῦν:

Γέλια, γλυκόλογα ποὺ εὔκολα βγάζει-ξερνάει τὸ στόμα·
δάκρυα, πόνος πικρός, ὅταν ἐγὼ σιωπῶ.

Εἶναι μεγάλο τὸ βάσανο -δόρυ αἰχμηρό στὴν καρδιά τους·
ὅμως αὐτοί τὴν πληγή, μόνοι τους ἄνοιξαν κεῖ.

Τί πρὸς ἐσέ; αὐστηρὰ καὶ σκληρὰ τὴν καρδιά μου ρωτάω.
Νοιώθεις τὸν πόνον ἐσύ, ὅμως τὸ βάρος αὐτῶν.

Στὶς κατηγορίες: Ἐλεγεῖα Ποιήματα
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-