Ἐρωτικὴ σκηνή

Ἔγυραν τὴν πόρτα τοῦ δωματίου· τὸ φεγγραρόφωτο ἔμπαινε θαμπὸ ἀπὸ τὶς γρύλλιες καὶ φώτιζε τὸ ρημάδι μὲ τὴ βρόμα. Κοιτάχτηκαν στὰ μάτια· ἀπὸ τὸ πολύ τὸ κοίταγμα ἀλληθώρισαν. Ἑνώθηκαν οἱ ἀνάσες τους: Μπούκωσε ὁ ἀέρας ἀπὸ σκόρδο καὶ ψαρίλα· εἴχανε κατεβάσει κάτι ὀρθοπεταλιὲς πρὶν τσουκρίζοντας τὰ ποτήρια μὲ ρετσίνα. Σ’ ἀγαπῶ!, τοῦ εἶπε· ἐκεῖνος ρεύτηκε στοργικά. Βλέπεις τ’ ὁλόγιομο φεγγάρι;, τὴ ρώτησε. Μὲ τυφλώνει τὸ κριθαράκι ποὔβγαλα χθές, τοῦ ἀπάντησε. Θὰ μὲ λατρεύῃς γιὰ πάντα;, τὸν ξαναρώτησε. Συγγνώμη, πάω τουαλέττα, μοῦ ‘κατσε βαρύς ὁ μπακαλιάρος, ἀποκρίθηκε. Μετὰ ἀπὸ λίγην ὥρα πέσαν στὸ κρεβάτι· δέν ἄντεξε ἀπ’ τὸ βάρος τους. Σὰν τέλειωσαν ὅ,τι κατάφεραν ν’ ἀποτελειώσουν, πῆγαν νὰ κάνουν ντούζ· ἔβγαζε λάσπη καὶ χάθηκε ἡ ὄρεξη γιὰ συνουσία στὰ πλακάκια. Ἄνοιξαν τὴν ντουλάπα νὰ πάρουνε τὰ ροῦχα ποὖχαν κρεμάσει· πετάχτηκαν ποντίκια. Μιὰ νυχτερίδα ποὔκανε στροφὲς στὸ ταβάνι, φύλαγε τὸ σπιτικό τους…

Στὶς κατηγορίες: Πεζά
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-