Ἡ δέηση τοῦ Μάρκου Αὐρηλίου

Τὰ στίφη τῶν βαρβάρων εἶχαν ἀποκόψει
ἀπ’ τὶς πηγὲς τὸ στράτευμα τοῦ βασιλέως.
Δίχως νερὸ νὰ πιοῦν, θὰ πέθαιναν ἐκεῖνοι
προτοῦ νὰ πιάσουνε σπαθὶ νὰ πολεμήσουν.
Ὁ βασιλεύς-φιλόσοφος, ὁ Μᾶρκος Αὐρήλιος,
σεβαστικά, ἐσήκωσε τὰ δυό του χέρια
ψηλὰ παρακαλῶντας ὅλο θέρμη τὸν Δία
τὸν Ὄμβριο ἀπ’ τοὺς οὐρανοὺς βροχή νὰ στείλῃ!
Δίπλα του στέκονταν μᾶλλον δικοὶ στρατιῶτες·
ἦταν ἄλλου θεοῦ πιστοί, ἄλλης θρησκείας:
τοῦ σταυρωμένου-ἀναστημένου τῆς Ἰουδαίας.
Ἀνοίξαν οἱ οὐρανοί, πλημύρισεν ὁ τόπος,
σωθῆκαν οἱ Ρωμαῖοι. Ὕστερα… ἐρίζαν
οἱ ἐθνικοὶ μὲ τοὺς χριστιανοὺς μαζί — αἰῶνες! –,
ἂν Δίας ἢ Χριστός τοὺς ἔσῳσε ἀπ’ τὴ δίψα.
Πῶς χαμένος καθεὶς μές στὴ δικιά του πίστη
(χαμένος μέσα στὸν ὁλόδικό του φόβο)
θὰ νοοῦσε τοῦ θείου τὴν ἀδιαφορία.

Στὶς κατηγορίες: Ποιήματα

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος
03/08/2017· 2η ἐπεξεργασία: 31/10/2019
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-