Ὁ νεωκόρος

Ἂν ἤμουνα κ’ ἐγώ πιστὸς καὶ ἄναβα καντήλι,
θἄθελα νἄβγαινα πρωὶ στῆς ἐκκλησιᾶς τὴν πόρτα
ν’ ἀδράχνω τὸ σχοινάκι μου -νὰ πιάνω τὸ σκοπό μου.
Θὰ ξύπναγα ὅλον τὸ λαό, παπᾶδες καὶ δεσπότες..
Τότε θὰ πρόγκιζα εὐθύς μὲ τὸ βαθύ μου τόνο
«ἀθῴους», «ἀναμάρτητους», «ὁλάσπρες περιστέρες».
Ἄν ἤμουνα κ’ ἐγώ πιστὸς καὶ εἶχα τὸ θεό μου,..
θενἄθελα νὰ χτύπαγα συνέχεια τὶς καμπάνες!
Μὲ τὸ γλυκό μου σήμαντρο διαβόλους καὶ τριβόλους
νὰ τοὺς ξορκίζω μακριά -νὰ τοὺς ἐξεκουφαίνω!
Νὰ μήν ἀφήνω νὰ μιλοῦν, φαρμάκι γιὰ νὰ χύνουν
μές στὴ φτωχειά ψυχοῦλα μου, τὴν ἄμαθη σὲ τέτοια
καμώματα, τσακίσματα, φιλιὰ καὶ πετραχείλια.
Θ’ ἀκούμπαγα τὰ χέρια μου στὸν πάγκο πέρα-πίσω,
θωρῶντας ὅλους τοὺς «ἁγνοὺς» μεγαλοσταυρωτῆδες
καὶ μόνος μου θὰ βούρκωνα μὲ τοῦ «ἱεροῦ» τὴν ὄψη.
Ἄν ἤμουνα κ’ ἐγώ πιστός, θενἄμουν νεωκόρος!

Στὶς κατηγορίες: Δεκαπεντασύλλαβοι Ποιήματα

Θεοδόσης Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλος
27/10/2016, 2η ἐπεξεργασία: 28/12/2018
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε
Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-20 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-