Ἀντίγονος Καρύστιος ὁ Παραδοξογράφος, «Ἀλκυόνες καὶ κηρύλοι...»

[Ὡς βάση γιὰ τὸ κείμενο: Poetae melici Graeci, edidit D. L. Page, Clarendon Press, Oxford 1962, σελ. 41. Γιὰ τὶς γλῶσσες, βλ. Λογεῖον.]

Τῶν δὲ  ἀ λ κ υ ό ν ω ν,  οἱ ἄρσενες  κ η ρ ύ λ ο ι  καλοῦνται. Ὅταν οὖν ὑπὸ τοῦ γήρως ἀσθενήσωσιν καὶ μηκέτι δύνωνται πέτεσθαι, φέρουσιν αὐτοὺς αἱ θήλειαι ἐπὶ τῶν πτερῶν λαβοῦσαι… Καὶ ἔστι τὸ ὑπὸ τοῦ  Ἀ λ κ μ ᾶ ν ο ς  λεγόμενον τούτῳ συνῳκειωμένον· φησὶν γὰρ ἀσθενὴς ὢν διὰ τὸ γῆρας καὶ τοῖς χοροῖς οὐ δυνάμενος συμπεριφέρεσθαι οὐδὲ τῇ τῶν παρθένων ὀρχήσει:

Τ’ ἀρσενικὰ τῶν  ἀ λ κ υ ό ν ω ν  ὀνομάζονται  κ η ρ ύ λ ο ι. Ὅταν γίνωνται ἀδύναμοι ἀπ’ τὰ γηρατειὰ καὶ δέν μποροῦν πιὰ νὰ πετοῦν, τοὺς παίρνουνε τὰ θηλυκὰ πάνω στὰ φτερά, καὶ τοὺς πᾶνε… Κ’ ὑπάρχει τὸ σχετικὸ μ’ αὐτὸ λεγόμενο τοῦ  Ἀ λ κ μ ᾶ ν ο ς· γιατὶ λέγεται, ὄντας ἀδύναμος ἀπ’ τὰ γηρατειὰ καὶ μή μπορῶντας νὰ τραβήξῃ παρέα τοὺς χορούς, μήτε τῶν παρθένων τὴν ὄρχηση:

Οὔ μ’ ἔτι, παρσενικαὶ μελιγαρύες ἱαρόφωνοι,

Ἐμένα πιά, παρθενικὲς γλυκειὲς φωνοῦλες ἱερές,

γυῖα φέρην δύναται· βάλε [<ἀβάλε] δὴ βάλε κηρύλος εἴην [δωρικὴ παροιμία],

τὰ γόνατα μου δέ βαστᾶνε· ἄχ καὶ νάμουνα κηρύλος,

ὅς τ’ ἐπὶ κύματος ἄνθος ἅμ’ ἀλκυόνεσσι ποτήται [πρβλ Ἀριστοφάνους Ὄρνιθες, στ. 251]

ποὺ στὸν ἀνθὸ πετάει τοῦ κύματος, παρέα μὲ τὶς ἀλκυόνες,  

νηδεὲς ἧτορ ἔχων, ἁλιπόρφυρος ἱαρὸς ὄρνις.

δίχως δέος-φόβο νάχῃ στὴν καρδιά

-τὸ ἱερό, τὸ ἅλικο θαλασσοπούλι…

ζευγάρωμα-κήρυλος-αλκυόνη-διέλευση

Στὶς κατηγορίες: Ἀρχαία Γραμματεία Μεταφράσεις Ποιήματα
Μου αρέσει!     Κοινοποιήστε

Διαβάστε τὰ ἤδη ἐκδοθέντα τεύχη τεύχη τῆς Διέλευσης:

τ. 1   τ. 2   τ. 3   τ. 4   τ. 5   τ. 6   τ. 7   τ. 8   τ. 9  

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

Διέλευση: Προσωπικὸ ἱστολόγιο τοῦ Θεοδόση Ἀγγ. Παπαδημητρόπουλου
© 2015-8 Θεοδόσης Παπαδημητρόπουλος Ἐκδόσεις ΘΑΠ
-