Ρίχνω τὴν ἀνεμόσκαλα ἀπ’ τὸ ἔδαφος στὸν οὐρανό·
τηράω ἂν στέκῃ κι ἀνεβαίνω μὲ μεγάλη προσοχή·
τὴ διπλώνω σιγά-σιγά, ὡσότου πέσῃ ἡ νυχτιά.
Τὸ πρωὶ γιὰ νέο ἔδαφος ἐχω τὸ σύννεφο ἀπὸ χθές.
Ρίχνω τὴν ἀνεμόσκαλα ἀπ’ τὸ ἔδαφος στὸν οὐρανό·
τηράω ἂν στέκῃ κι ἀνεβαίνω μὲ μεγάλη προσοχή·
τὴ διπλώνω σιγά-σιγά, ὡσότου πέσῃ ἡ νυχτιά.
Τὸ πρωὶ γιὰ νέο ἔδαφος ἐχω τὸ σύννεφο ἀπὸ χθές.