Ἔχω κιόλας γράψει ρῖμα!,
μοῦ ‘πε μὲ τὴν περηφάνια
μάστορη τρανοῦ-μεγάλου.
Μοναχὰ ποὺ ὁ ἕνας στίχος
χόρευε ἄρρυθμο τὸν μπάλο,
ὁ ἄλλος σὰν πιασμένος γέρος
καλαματιανό τραβοῦσε·
ὅμως τὰ ποδάρια ἐκείνων,
ὅπως δίπλωναν στὸ τέλος,
τἆχε νὰ τὰ λέῃ γιὰ ρῖμα.
Ἔχω κιόλας γράψει ρῖμα!,
μοῦ ‘πε μὲ τὴν περηφάνια
μάστορη τρανοῦ-μεγάλου.
Μοναχὰ ποὺ ὁ ἕνας στίχος
χόρευε ἄρρυθμο τὸν μπάλο,
ὁ ἄλλος σὰν πιασμένος γέρος
καλαματιανό τραβοῦσε·
ὅμως τὰ ποδάρια ἐκείνων,
ὅπως δίπλωναν στὸ τέλος,
τἆχε νὰ τὰ λέῃ γιὰ ρῖμα.